Είναι γεγονός ωστόσο, ότι κατά τη μεταπολεμική περίοδο η μετανάστευση γνώρισε μεγάλη δόξα κυρίως κατά τις δεκαετίες 1950-1970. Οι Έλληνες άρχισαν να μεταναστεύουν κατά κύματα αναζητώντας σε ξένα μέρη την τύχη τους. Ήταν κυρίως αγρότες, άνθρωποι από την επαρχία που δεν είχαν μόρφωση, δεν είχαν δουλειά και οι συνθήκες τους ανάγκασαν να ξενιτευτούν. Γερμανία, Αμερική, Καναδάς, Αυστραλία οι προσφιλέστεροι προορισμοί όπου χρειάζονταν εργατικά χέρια λόγω των αυξημένων αναγκών τους στον κλάδο της βιομηχανίας. Και οι Έλληνες ήταν διατεθειμένοι να δουλέψουν σκληρά για να επιβιώσουν, αλλά και για να στείλουν χρήματα στην οικογένειες που έμεναν πίσω πολλές φορές.
Σήμερα ένα νέο κύμα Ελλήνων μεταναστών αναπτύσσεται. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για εργάτες. Η νέα γενιά μεταναστών είναι άνθρωποι μορφωμένοι που κόπιασαν για να αποκτήσουν παιδεία και μόρφωση. Επιστήμονες που φτάνουν στα 28 και 29 τους χρόνια να ζουν μέσα στην αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Σε μια χώρα που νοιώθουν ξένοι, παράταιροι. Για ποια γενιά των 700€ μιλάμε όταν ο βασικός μισθός με επίδομα πτυχίου φτάνει στα 640€; (τουλάχιστον μέχρι που έφυγα εγώ από Ελλάδα τρία χρόνια πριν) Είναι άνθρωποι μορφωμένοι, καταρτισμένοι όπου η αγορά δεν μπορεί να τους απορροφήσει ακόμη και αν είναι διατεθειμένοι να συμβιβαστούν και να κάνουν δουλειές που δεν ανήκουν στο αντικείμενο που σπούδασαν. Πολλοί νέοι Έλληνες μετανάστες ανήκουν στον κλάδο των ερευνητών. Νέοι επιστήμονες με δίψα για μάθηση, για γνώση. Άνθρωποι που ονειρεύονται να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του επιστημονικού τους κλάδου και η Ελλάδα δεν τους προσφέρει τη δυνατότητα.
Η Αμερικανική εφημερίδα Νew York Times παρουσίασε ένα δημοσίευμα όπου έκανε λόγο για τον αυξανόμενο αριθμό νεαρών αποφοίτων πανεπιστημίου που αφήνει την Ελλάδα καθώς η ύφεση βαθαίνει και πνίγει μια αγορά εργασίας ήδη ακρωτηριασμένη από την παγιωμένη κουλτούρα των καρντάσηδων.
Στις μέρες μας, οι νέες τεχνολογίες βέβαια κάνουν την επικοινωνία μας με τα αγαπημένα πρόσωπα που αφήνουμε πίσω πιο εύκολη σε σύγκριση με τους μετανάστες του παρελθόντος, απαλύνοντας τον πόνο της ξενιτιάς. Μια οθόνη υπολογιστή φτάνει για να δούμε φίλους και οικογένειες και να νιώσουμε λίγο πιο κοντά τους. Το διαδίκτυο μας επιτρέπει να μαθαίνουμε τα νέα της χώρας μας και να συμμετέχουμε στο δημόσιο διάλογο, όμως ο νόστος υπάρχει πάντα σαν συναίσθημα. Μιλάω για εκείνο το γλυκόπικρο συναίσθημα, που σε κάνει να θες να γυρίσεις στην πατρίδα και πολλές φορές συγκρούεται μ’ εκείνο του θυμού. Θυμός γιατί δεν είναι απόλυτη επιλογή σου η ξενιτιά. Γιατί οι συνθήκες σε αναγκάζουν να μεταναστεύσεις. Θυμώνεις που δεν μπορείς να μείνεις, να δουλέψεις, να δημιουργήσεις και να προσφέρεις στη χώρα σου ενώ την ίδια στιγμή μια ξένη χώρα «εκμεταλλεύεται» τις ικανότητες και τις γνώσεις σου και σου επιτρέπει να ζεις αξιοπρεπώς. Αυτά τα αντικρουόμενα συναισθήματα που σε κάνουν να νιώθεις πως δεν ανήκεις πουθενά και ζεις σαν ξένος ανάμεσα σε δύο χώρες.
Τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα στην Αγγλία όπου ζω. Θα έχετε ακούσει όλοι άλλωστε τα νέα μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στις 20 Οκτωβρίου. Περικοπές εξόδων σε κρίσιμους τομείς όπως της Υγείας. Περικοπές στο δημόσιο τομέα. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους. Το γεγονός όμως ότι οι νέοι της χώρας μας δείχνουν να εμπιστεύονται ξένες κυβερνήσεις και να δηλώνουν πρόθυμοι να κάνουν μια νέα αρχή σε μια άλλη χώρα έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα βλέπουν τόσο δυσοίωνο το μέλλον της Ελλάδας πρέπει να θορυβήσει τους πολιτικούς.. έτσι γιατί έρχονται και εκλογές.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ας μιλήσουμε..." »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
