Περισσότερα... »
skip to content
Heraklion Blogs » Αναμνήσεις μελλοντικών ονείρων | |||
|
Τα καλύτερα blogs του νομού Ηρακλείου με μια ματιά |
Pass Free Internet με Extra! *ΝΕΟΣ* αριθμός: 899 300 300 300 Username: pass Password: free Δωρεάν Μουσική, SMS, WebVoice κ.α. | ||
30870 άρθρα από 50 πηγές
Aa - Zz
(20980)
Αα - Ωω
(9890)











I wanted you to know
That I love the way you laugh
I wanna hold you high and steal your pain …away
I keep your photograph
And I know it serves me well
I wanna hold you high and steal your pain
cause I'm broken when I'm lonesome
And I don't feel right when you're gone away
You've gone away
You don't feel me here....anymore
The worst is over now
And we can breathe again
I wanna hold you high, you steal my pain away
There's so much left to learn
And no one left to fight
I wanna hold you high and steal your pain
cause I'm broken when I'm open
And I don't feel like I am strong enough
cause I'm broken when I'm lonesome
And I don't feel right when you're gone away
cause I'm broken when I'm open
And I don't feel like I am strong enough
cause I'm broken when I'm lonesome
And I don't feel right when you're gone away
cause I'm broken when I'm lonesome
And I don't feel right when you're gone ...away
You're gone away
You don't feel me here....anymore


Η σκυλίτσα μου, η "Μπέμπα", έγινε μάνα. Έφερε στον κόσμο 6 πανέμορφα κουταβάκια πριν από δυο μήνες. Τώρα ήρθε η ώρα να τους βρούμε σπίτια που να τ' αγαπάνε όσο κι εμείς αγαπάμε τη μανούλα τους...
Ενδιαφέρεστε;
Βαρέθηκα, κουράστηκα και πόνεσα,
τα νιάτα μου στη λογική τα ξόδεψα...
Βαρέθηκα, κουράστηκα κι αηδίασα,
τα νιάτα μου στη λογική θυσίασα...
Εγώ τραγούδαγα τα βράδια στα σκυλάδικα
σ' ένα χαμόγελο κρυμμένη και πουλούσα
μια καρδιά μικρού παιδιού και άδικα
μες στα σκοτάδια λίγο Φως αναζητούσα...
Μικρός ο κόσμος μου, στα μέτρα μου, ασήμαντος,
πώς να γεννήσει η μιζέρια ένα θαύμα,
μια λεπτομέρεια μονάχα εγώ του σύμπαντος,
μια υποχρέωση η ζωή μου κι ένα τάμα...



Χθες αποχαιρέτησα ένα φίλο...ένα φίλο που είχα συναντήσει μονάχα μία φορά και όμως έτσι τον φέρνω στο μυαλό μου. Θα αναρωτηθείς τώρα...ίσως και να γελάσεις...που ως φίλο τον αναφέρω, όμως...όμως πως λες έναν άνθρωπο που έχεις εκτιμήσει; Πως λες έναν άνθρωπο που έκανε το κόσμο καλύτερο;...έναν άνθρωπο που πάλευε να γίνει καλύτερος...για εκείνον αλλά και για τους γύρω του. Έναν άνθρωπο που είχε τόσα να πει και που τα λόγια του χάιδευαν τις ψυχές τόσων ανθρώπων. Έναν άνθρωπο με τον οποίο μοιράστηκες ίδιες αγωνίες και όμοιους προβληματισμούς, όπου το ίδιο φως έδινε ζωή στα όνειρα σας και το ίδιο σκοτάδι σμίλεψε τους εφιάλτες σας. Αν έτσι το θέλεις, γέλασε μαζί μου...δεν πειράζει...εγώ ως φίλο θα τον προσφωνώ.
Και όμως καθώς τον αποχαιρετούσα δεν ήταν μονάχα πόνος που την ψυχή μου αγκάλιασε...δεν ήταν μονάχα θλίψη...συνοδοιπόρος τους ήρθε και ένα μεγάλο ερωτηματικό...ένα ερωτηματικό που συχνά με επισκέπτεται...σε στιγμές μικρές και σκοτεινές κάνει συνήθως την εμφάνισή του...ξέρεις νομίζω σε ποιες αναφέρομαι...στιγμές όπου όλα γύρω σου μοιάζουν με δεσμά...στιγμές που νοιώθεις να πνίγεσαι από την ίδια σου την ανάσα.
Αλλά εκείνη δεν ήταν μία από αυτές...και όμως να που αυτό επέλεξε να είναι εκεί. Βλέπεις καμιά φορά οι σκέψεις μας δεν είναι δικές μας...όχι αποκλειστικά. Καμιά φορά θέλεις να γίνεις κάποιος άλλος...να σκεφτείς όλα αυτά που εσένα απασχολούνε σαν να αφορούν κάποιον άλλο...έστω για λίγο..ίσως με την ελπίδα ότι καινούργια γνώση θα πάρεις...ίσως γιατί έτσι ο κόσμος μπορεί να γίνει για λίγο πιο φιλόξενος...ή ίσως απλά για να αποδράσεις για λίγο από τον εαυτό σου.
Όποιος και να ήταν ο λόγος μέσα στη γαλήνη της θλίψης εκείνης της στιγμής...μία απορία μοιράστηκα με τον φίλο μου καθώς τον αποχαιρετούσα. Τελικά βέβαια δεν ξέρω να σου πω αν ήταν δική μου ή δική του... όμως ένα είναι σίγουρο...τη μοιραστήκαμε...πιθανόν μόνο μέσα στο μικρόκοσμο του μυαλού μου...αλλά τη μοιραστήκαμε.
Άραγε...άραγε καλέ μου φίλε πρόλαβες να γίνεις ο άντρας που ήθελες να γίνεις; ...ο άνθρωπος που ήθελες να γίνεις; Βλέπεις όλοι όταν ξεκινάμε έχουμε όνειρα, πλέκουμε παραμύθια, προβάλουμε στο μυαλό μας εικόνες...για τον άνθρωπο στον οποίο θέλουμε να εξελιχθούμε. Όταν είσαι πολύ νέος μοιάζει τόσο αληθινό...τόσο εύκολο...που μπορείς να απλώσεις το χέρι και να το αγγίξεις. Δεν είναι κάτι στο οποίο ελπίζεις, είναι μία απόλυτη αλήθεια που απλά δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί...είναι η ανατολή που ξέρεις πως θα έρθει στο τέλος της νύχτας...είναι το λιμάνι που ξέρεις πως υπάρχει μετά την ατέλειωτη θάλασσα...είναι σα το σύννεφο που ξέρεις ότι βροχή θα καταλήξει.
Και μετά...μετά μεγαλώνεις...και καθώς μεγαλώνεις, κάπου στην πορεία, σταματάς να πιστεύεις στις απόλυτες αλήθειες...μαθαίνεις ότι ο ήλιος δεν ανατέλλει πάντα την επόμενη μέρα...τουλάχιστον όχι παντού, μαθαίνεις ότι τα λιμάνια μπορεί να είναι πάντα στο ίδιο σημείο αλλά τα πλοία δεν φτάνουν πάντα στα λιμάνια για τα οποία ξεκίνησαν...καμιά φορά δεν φτάνουν σε κανένα, μαθαίνεις ότι όλα τα σύννεφα δεν γίνονται βροχή...κάποια, προδομένα από τις δυνάμεις τους, απλά χάνονται στον αέρα καθώς γίνονται μέρος του.
Συνέχεια μαθαίνεις...όλο και κάτι καινούριο....και όσο μαθαίνεις, τα όνειρα που κάποτε είχες μοιάζουν με αβάσταχτο βάρος, τα παραμύθια σου πλέον γίνονται παιδικές ανοησίες και οι εικόνες σου ξεθωριάζουν κάτω από το αδυσώπητο φως της πραγματικότητας. Και ο άνθρωπος αυτός... ο άνθρωπος στον οποίο είχες στηρίξει όλη σου τη ζωή...που ήθελες να έχεις...γίνεται το εμπόδιο... γίνεται ο πολέμιος της ζωής που “πρέπει” να έχεις.
Κι έτσι σιγά σιγά...λέξη τη λέξη από τους γονείς...που να σε προστατέψουν επιθυμούν, συμβουλή τη συμβουλή από τους “δασκάλους” σου...που το μέλλον σου θέλουν να εξασφαλίσουν, αδικία την αδικία από τους ιθύνοντες...που ένα κράτους πρόνοιας και δικαίου θέλουν λέει να σου προσφέρουν... μεταμορφώνεσαι...μέρα τη μέρα σε κάτι άλλο μεταμορφώνεσαι, σε κάτι άγνωστο, σε κάτι που όλο το είναι σου μερικές φορές επαναστατεί... παιδικές ανοησίες στο έχουν βαφτίσει... σε κάτι που όμως, θα σου δώσει τη ζωή που “αξίζεις”... τη ζωή που σου είπαν ότι “πρέπει” να έχεις.
Και αυτή είναι η ζωή που ακολουθείς για πολλά χρόνια... οι περισσότεροι για πάντα. Και έτσι καταλήγεις να γίνεις κάποιος...κάτι ίσως, μια και τόσο ξένο πολλές φορές σου μοιάζει... που τίποτα δεν έχει να κάνει με εκείνο τον άνθρωπο που κάποτε αποτελούσε τη σταθερά γύρω από την οποία θα χτιζόταν η ζωή σου.
Όμως, όπως σε όλα άλλωστε, έτσι και εδώ υπάρχουν εξαιρέσεις... μη φανταστείς ότι είναι πολλές... ελάχιστες, ίσα-ίσα για να επιβεβαιωθεί ο μαθηματικός τους κανόνας... όμως υπάρχουν. Υπάρχουν αυτοί που κάποια στιγμή στη πορεία... στη πορεία της ζωής των πρέπει...τα θέλω τους επαναστατούν... οι παιδικές ανοησίες αρχίζουν να παίρνουν και πάλι ζωή και πλέον δεν μοιάζουν τόσο ανόητες... δεν μοιάζουν καν παιδικές.
Εκείνος ο άνθρωπος από την παιδική τους ηλικία, παρότι εντελώς άγνωστος πια, μοιάζει τόσο οικείος...τόσο αληθινός μέσα στην ψεύτικη ζωή τους που πλέον η εξέλιξη προς αυτόν είναι μονόδρομος... μονόδρομος για να σωθείς... για να ζήσεις... για να μπορείς απλά να αναπνεύσεις.
Και τότε είναι που τη προσπάθεια αρχίζεις... τον αγώνα... τη μάχη. Ναι καλά το λέω...μάχη...μοιάζουν τα θέλω με τα πρέπει να είχαν μπει τόσα χρόνια σε μία δίνη πανίσχυρη και εσύ τώρα πρέπει να τα ξεχωρίσεις... μοιάζει με δύο ανθρώπους που αντιπαλεύουν.. που χορεύουν υπνοτισμένοι σε ένα πολεμικό ρυθμό. Ο ένας για να μη πεθάνει και ο άλλος για να γεννηθεί.
Και εσύ φίλε μου όταν σε γνώρισα την είχες αρχίσει αυτή σου τη μάχη... ήσουν μία εξαίρεση σε αυτόν τον κόσμο των πρέπει... την είδα...ένα μικρό κομμάτι της...αλλά την είδα...αναγνώρισα τις πληγές σου....τα τραύματά σου...τις ήττες σου...μοιάζανε τόσο πολύ με τις δικές μου.
Και όμως χθες σε αποχαιρέτησα, σου ευχήθηκα καλό ταξίδι και ίσως με αυτό μου το κείμενο ένα ταπεινό και εύθραυστο μνημείο από μελάνι και χαρτί έστησα στο χρόνο...ως ανάμνηση της μάχης που μαρτύρησα. Όμως φίλε μου... Γιώργο μου... για ποιον ετούτο το μνημείο άραγε είναι; Για τον άνθρωπο που πέθαινε ή για εκείνον που γεννιόταν; Μπορεί να μην έχει σημασία πλέον... μάλλον δεν έχει...δεν ξέρω. Όπως και να έχει όμως ας μείνει ένα αναμνηστικό της απορίας που μοιραστήκαμε εκείνη τη μέρα...άραγε πρόλαβες; ...άραγε τα κατάφερες; ...άραγε εγώ θα προλάβω; ...άραγε εγώ θα τα καταφέρω;
Καλό σου ταξίδι φίλε μου...υπήρξες έμπνευση!!




ΕΔΩ!!!

Ο Γιάννης μας λοιπόν...
Απόψε..
Εδώ...
Σ' ένα ταξίδι ακόμα...
Με τα δικά του φτερά...
Σ' ένα δικό του ουρανό...
Εύχομαι να είναι πάντα ξάστερος Γιαννιώ...
Επιτυχίες...
Πάντα!!!
|
Παρά τα όσα ιδιαίτερα ψυχοφθόρα είμαι αναγκασμένη, εκ των πραγμάτων, να αντιμετωπίζω τον τελευταίο καιρό, δε μπορώ να μην είμαι πολύ χαρούμενη που κάποιοι από τους στίχους μου έτυχαν της τιμής να αποκτήσουν μουσική...
Η μελοποίηση έγινε από τον πολύ καλό φίλο μου armagedon, μέλος του μουσικού διαδικτυακού χώρου "Το Στέκι των Κιθαρωδών", χρησιμοποιώντας τους στίχους που αρχικά είχε το "Καρδιά μου υποφέρεις...".
Φίλε Άκη σ' ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για την πρωτοβουλία σου αυτή. Η μουσική σου άγγιξε τα πιο βαθιά μου συναισθήματα. Είναι λες και αισθάνθηκες όσα ένιωθα την ώρα εκείνη που η ψυχή γινόταν μελάνι πάνω στο χάρτι. Εύχομαι το αποτέλεσμα της συνεργασίας μας αυτής να αρέσει και σε άλλους τόσο όσο άρεσε και σ' εμάς!
Το τραγούδι αυτό, όπως και οτιδήποτε άλλο έχω γράψει τα δύο τελευταία χρόνια είναι αφιερωμένο, χαρισμένο, δοσμένο, στον Ουρανό που Αγάπησα, σ' Εκείνον που Λατρεύω!!!
"Καρδιά μου πονάς..."
Καρδιά μου πονάς...
"Ψυχή μου...", ρωτάς,
"...που να 'ναι Εκείνος
που τόσο αγαπάς;"
Της νύχτας σκοτάδι
κι απόψε φοράς...
Με δάκρυ και αίμα
ξανά με μεθάς...
Ονείρων παλάτια
κι Ελπίδες κομμάτια...
"Πως μου 'λειψαν Θέ' μου
τα δυο σου τα μάτια!"...
Πικρή σιγαλιά
και άδεια αγκαλιά...
"Να νιώσω πως θέλω
δικά σου φιλιά!"...
**Στίχοι: Μαρία Κ. (mantinada)/ Μουσική - Ενορχήστρωση - Ερμηνεία: Άκης (armagedon)**

Αυτά ήταν...
Αν κάποιος από εσάς θέλει να παίξει, ας το κάνει.
Πρόσκληση θα στείλω για την ώρα μόνο στο φίλο μου Black_BattleDragon (γιατί όλοι οι υπόλοιποι ήταν καλεσμένοι του JK :P)...
Καλό μας ξημέρωμα!

ΤΕΛΟΣ



Μελίνα...
Την χαρακτήρισαν θεά...
Μια θεά που μέσα της έκρυβε το διάβολο...
Και ήταν...
Τη θυμάμαι μέσα από τις ταινίες της...
Σε κάθε ευκαιρία μαζεύω φωτογραφικό υλικό, ταινίες όπου πρωταγωνίστησε...
Τη θαύμασα, τη λάτρεψα, τη ζήλεψα, θέλησα να της μοιάσω...
Για τη δύναμη που ξεχείλιζε από μέσα της,
για την αίσθηση εκείνη της ελευθερίας που έλαμπε στα μάτια της μέσα,
για το πάθος που την χαρακτήριζε σε κάθε της στιγμή...
Πολλά θα ειπωθούν σήμερα για εκείνη...
Πέρασαν κιόλας δεκαπέντε χρόνια από το θάνατό της...
Βιογραφίες της θα αναρτηθούν σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης...
Αφιερώματα στη μνήμη της, ηχητικά ντοκουμέντα, βίντεο από συνεντεύξεις της...
Μα, τελικά, όλο το "είναι" της Μελίνας κρύβεται μέσα σε μία φράση της...
"Γεννήθηκα Ελληνίδα!"

Είναι φορές που δεν έχει κανείς διάθεση να κάνει τίποτα. Μόνο να μείνει μουδιασμένος μες το σκοτάδι θέλει και να χαθεί. Αλλά δεν είναι ούτε λύση ούτε φυγή αυτό, οπότε θέλεις να κάνεις κάτι διαφορετικό. Κάτι που να μπορεί να καλμάρει τις φουρτούνες που σηκώνει μια θύελλα συναισθημάτων στην καρδιά και το μυαλό..
Και είναι κάτι που είχα καιρό να κάνω, αν και είναι πάντα μέσα μου.. Να αγναντέψω τη θάλασσα, να ταξιδέψω, με πανί κάτι αναμνήσεις που φαντάζουν μακρινές άλλα και τόσο κοντινές συνάμα. Τότε που ο χρόνος μετρούσε αλλιώς, που τα πάντα ήταν φως..
Σε ταξιδεύει η θάλασσα, ιδίως αν έχεις μεγαλώσει δίπλα της. Σε ένα σπίτι που το χωρίζει ο δρόμος απ την ακρογιαλιά. Που τη βλέπεις, τη ζεις, την ακούς συνέχεια. Και μακριά της νιώθεις μισός.
Τις νυχτιές του χειμώνα την ακούς οργισμένη απ τον αγέρα να τραγουδά ξέφρενα, αρχέγονα τραγούδια. Να χτυπά στα βράχια και το κύμα να λούζει με τον αφρό το σπίτι. Και σου μιλά για καιρούς που οι άνθρωποι γιγάντων είχανε ψυχή. Για τότε που πέρα απ τον εαυτό τους μπορούσανε να δουν. Και πάλευαν για δίκια αληθινά, μεγάλα..
Κάτι καλοκαιρινές νυχτιές πάλι, ήρεμη αισθησιακή, χαρούμενη σαν είναι, την ακούς να τραγουδά νοσταλγικούς σκοπούς. Από παραμυθένιους έρωτες ξεχασμένων εραστών, που γίνανε ένα, και το τραγούδι της καρδιάς τους αέναα ταξιδεύει με το κύμα της. Και σου μιλά για εκπληρωμένα όνειρα.
Που το μεγαλείο τους δεν άφησαν να το ξεφτίσει ο χρόνος. Το αποθέσαν στην αγκάλη της και κείνη σαν μάνα στοργική το προστατεύει. Και από τόπο σε τόπο το σεργιανίζει για να ακουστεί από μοναχικές ψυχές, το όνειρο να τους δείξει. Και βάλσαμο να στάξει στην καρδιά των τωρινών και τους ευλογήσει με τ’ αθάνατο της αγάπης το νερό.
Μπορείς να τη δεις κάτι μέρες ολόφωτες να ερωτοτροπεί γαλήνια με τον ήλιο και να φτιάχνουν άυλα παιδιά, από δροσιά και φως.
Κάτι νυχτιές πάλι τη βλέπεις να λούζεται στο φως του φεγγαριού και ουρανός και θάλασσα να γίνονται ένα, και να νομίζεις πως το σύμπαν έγινε μικρό, έτσι για το χατίρι της, στην αγκαλιά της να χαθεί.
Και σε ταξιδεύει, στα γαλανά ταξίδια της, σε πολιτείες μακρινές, απάτητες, σε νησιά και ακρογιαλιές που μόνο εκείνη ξέρει.. Και μπαίνει μέσα σου, ψηλαφά την ψυχή σου, και τη γαληνεύει.
Ηρεμούνε τα κύματα, περνά η καταιγίδα και μένει μια νηνεμία στην καρδιά, που μοιάζει με μια θάλασσα σαν και κείνες που χες δει παιδί κάτι καλοκαιρινά πρωινά. Και έτρεχες να χωθείς στο δροσερό της κόρφο. Και σου δείχνει πως άλλα είναι περαστικά, κι άλλα κρατούν για πάντα.
Περαστικοί οι αγέρηδες, η ομορφιά όμως μένει..

«Υπάρχουν φορές που και το φως μπορεί να σκοτεινιάσει..» 
Να φωτίσει καμιά ψυχή, να την κάνει να καταλάβει που πάει. Αποτυγχάνει κι αυτός, αλλά δε σταματά να προσπαθεί, να παλεύει, να είναι εκεί. Όσο και αν φαίνεται πως ανταπόκριση δεν βρίσκει.
Όσο κι αν το φως του σε πολλές μοναχικές ψυχές, το μόνο που καταφέρνει είναι να τονίσει το σκοτάδι. Το σκοτάδι του κάστρου τους, της φυλακής τους, αυτής που πολλές φορές οι ίδιοι έχουν χτίσει.
Έτσι περνά με δυσκολία μες απ τους στενούς φεγγίτες, για να φτάσει στα πιο βαθιά υπόγεια, εκεί που κατοικούν. Και αποκαμωμένο πια, το μόνο που καταφέρνει είναι να φτιάξει σχήματα απ τη σκόνη που αιωρείται.
Οράματα χαμένων παραδείσων, μαρμάρινων πολιτειών με ολάνθιστες πλατείες και δρόμους στολισμένους με αγάλματα. Νησιών μες τη γαλαζοπράσινη θάλασσα με απέραντες ακρογιαλιές.

Εικόνες από ταξιδιάρικα σύννεφα που σχηματίζουν ουράνιους πίνακες απαράμιλλης ομορφιάς. Εραστών πιασμένων χέρι χέρι κάτω απ τον έναστρο ουρανό, που σκορπίζουν φως και χρώμα γύρω τους.
Που πετούν με τα φτερά της καρδιάς, που χάνονται στους δικούς τους κόσμους, που δημιουργούν μαγεία με ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο μια αγκαλιά.
Όνειρα θνητών που θέλησαν να ξεφύγουν απ τη σάρκα και τη «μοίρα» τους. Και να μεταμορφωθούν σ αυτό για το οποίο φτιάχτηκαν.
Πνεύματα λουσμένα στο φως, ζωντανά και ελεύθερα και όχι περιφερόμενα σαρκία.
Αλλά όσο ο ήλιος ανεβαίνει απομακρύνεται το φως απ τους φεγγίτες, κι όλα χάνονται. Και μένει η σκόνη που στροβιλίζεται μαζί με τα φαντάσματα των θαυμάτων που χάθηκαν στις αβύσσους της ψυχής.
Μένει η μοναξιά της απόρριψης, των ανομολόγητων φόβων, η κούραση, η άρνηση, το ζύγι.
Μαζί με παλιές πυορροούσες πληγές που απλώνονται σαν γάγγραινα αγιάτρευτες μολύνοντας το μέλλον.
Και είναι αφόρητο το σκοτάδι πια μετά το φως όσο λιγοστό και άπιαστο να ήταν.
Και απλώνεται ο βουβός λυγμός ως τον ουρανό.
Και ο ήλιος ντροπιασμένος σκοτεινιάζει, μια και τη γη δεν μπορεί να σταματήσει απ’ το να γυρνά και να τον αναγκάσει τα υπόγεια να φωτίσει..
Και οι θεοί ακόμα γελούν..
24/3/07









Περιδιαβαίνεις τους δρόμους της πόλης. Εκείνης που σου 'πανε πως στη χώρα σου ανήκει.. Που κι αυτή είναι κομμάτι του κόσμου σου λένε.. Μα ξέρεις πως αυτή η πόλη δεν είναι η δικιά σου, ούτε η χώρα. Πως σ αυτό τον κόσμο δεν ανήκεις.. Δεν ξέρεις το πώς βρέθηκες να περπατάς εκεί, μα νιώθεις μες στο μεδούλι σου πως είναι όλα ξένα.
Μια κι είναι α-φύσικα.. Κοιτάς γύρω σου.. Μπετά, τσιμέντα, άσφαλτοι, ασχήμια..
Κοιτάς τους γύρω σου.. Σβησμένα βλέμματα, θλιμμένα πρόσωπα, άδεια μάτια..
Και συ γνωρίζεις, πως αφού ο καθένας είναι της φύσης κομμάτι, δεν είναι δυνατό να ζει χωρίς αυτή. Μέσα σε κλουβιά ανήλιαγα, ανάμεσα σε στοιβαγμένα κουτιά πολύ-κατοικιών, που κρύβουνε τον ήλιο. Να βλέπει παντού το γκρίζο των τοίχων, το μαύρο των δρόμων και πράσινο πουθενά. Να είναι θολός ο θόλος του ουρανού τη μέρα απ’ τις βρωμιές των εξατμίσεων.. Να μην ακούς πουλί να κελαηδά μια και τρομάζουν απ’ τις καραμούζες των τετράτροχων θεριών.
Που θεριεμένοι ανθρώποι τα οδηγάνε. Μ αλαφιασμένα βλέμματα να πάνε, να προλάβουν τη δουλειά. Που τόσες ώρες χάνουνε εκεί γιατί έτσι τους είπαν, που στο τέλος κάθε μήνα τους αφήνει τάχατες την αμοιβή τους.. Εξίμιση πράσινα χαρτάκια… Που δε φτάνουν μέχρι τον επόμενο.. Και πώς λοιπόν να μην είναι αλαφιασμένοι…; Αφού τη νιώθουν τη σκλαβιά τους, έστω κι αν δεν τολμάνε να τη παραδεχτούν.. Γιατί..; Γιατί τότε κάτι θα πρέπει να κάνουν… Μα βολεύονται για μια ακόμα μέρα…
Καλά δε φταίνε μόνο αυτοί.. Είναι κι άλλοι, εκείνοι που πειθήνιους τους θεν και κοιμισμένους.. Εκείνα τα τσιράκια των μεγάλων αφεντικών.. Που τις φωνές τους νιώθεις να ξεσκίζουν κάθε στιγμή τον αέρα καβάλα στα ραδιο-κύματα. Σα νυχτερίδες αόρατες, που διψάν όχι για αίμα τώρα πια, μα για σκέψεις.. Μα και κείνες σαν τους βρικόλακες ειν’ ακόμα.. Πρέπει να τις προσκαλέσεις για να μπουν να μαγαρίζουν το μυαλό σου.. Το σπίτι σου.. Να το πατήσεις το κουμπί, για να ανοίξει η ΤV..
Και συ συνεχίζεις την περιπλάνηση.. Πυξίδα δεν έχεις, κι οι πλοηγοί χαθήκανε σε κάποια στροφή του δρόμου.. Μα έχεις τις οδηγίες τους μαζί σου, μέσα σου.. Εκείνες που σου λεν, ότι είμαστε κάτι παραπάνω από δίποδους πιθήκους.. Αν κι είναι ώρες που μπορεί να σκέφτεσαι πως πάνε να μας καταντήσουνε σε κάτι πολύ λιγότερο..
Μια που εκείνοι δεν σκοτώνουν εκτελώντας διαταγές. Δεν πολεμάνε για μαύρα χρυσάφια, ούτε για πράσινα χαρτιά. Δε δολοφονούν για να θρέψουν τους λογαριασμούς κάποιων κοιλαράδων. Δε μολύνουνε τη γη τους, δεν καίνε τα δάση τους, δε σκοτώνουν κάθε μέρα τα παιδιά τους με φυτοφάρμακα και αντιβιοτικά στις μπανάνες τους, στο όνομα του κέρδους…
Περπατάς όλο και πιο χαμένος νιώθεις.. Μια και βλέπεις όλο και πιο καθαρά πόσο απέχει αυτός ο κόσμος που βρέθηκες απ’ το δικό σου.. Αν και μπορείς να δεις κάτω απ’ τα πέπλα του καπνού και της σκοτεινιάς και ομοιότητες..
Μπορείς να δεις τα ερείπια ενός Παρθενώνα, μπορείς να συναντήσεις στο διάβα σου αρχαίες στοές. Να κοιτάξεις κάποιο άγαλμα να στέκεται θλιμμένο σε μια πλατεία. Ενός φιλοσόφου, ενός αγωνιστή. Να δεις κάποια εικόνα σε μια ξεχασμένη εκκλησιά, φωτισμένων ανθρώπων, που ζούσαν αυτό που πίστευαν, και πέθαιναν για αυτό. Χωρίς να ευλογούνε ακόμα όπλα..
Σαν ένα κακό κακέκτυπο, σαν μια αρρωστημένη καρικατούρα του, μοιάζει ο εδώ.. Σαν να ξεστράτισε σε κάποιο σταυροδρόμι, και να χάθηκε η ανθρωπιά, η ελπίδα η αγάπη.. Και να σε πήρε και σένα μαζί του.. Μια και μπορεί να χάθηκες και συ σε μια στροφή του δρόμου..
Όσο νυχτώνει, αργόσυρτα γίνονται τα βήματα, κουρασμένα, σκυφτό και το κεφάλι όσο προχωράς.. Κι ο αέρας πιο πηχτός, σχεδόν νιώθεις τα δίχτυα που στο χώμα σε κρατάνε.. Και τα όνειρα σου ακόμα σαν να ξεθωριάζουν φαίνεται… Σαν να ‘χουνε απλώσει παντού γύρω στο πλανήτη μια ονειροπαγίδα..
Όχι από κείνες που κρατάνε τα όμορφα τα όνειρα για να στα στείλουν πίσω.. Μα από κείνες που στη φύση τους την αφύσικη ταιριάζουν. Από κείνες που αιχμαλωτίζουν κάθε όμορφο και σου στέλνουνε τους εφιάλτες τους πίσω… Εκείνους που σου λένε πως ελπίδα δεν υπάρχει πουθενά.. Πως ότι και να κάνεις, δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτή τη φυλακή..
Και κάθεσαι να ξαποστάσεις σε ένα ξεχασμένο παγκάκι.. Κοιτάς ψηλά μα το φως απ τα αστέρια δεν περνά, το φως απ τα ψεύτικα τα φώτα τα καλύπτει.. Πιο πέρα κάποια παιδιά μπορεί να προσπαθούνε να πάνε σε όνειρα μέσα από άσπρα δηλητήρια, και ζουν τους δικούς τους εφιάλτες..
Είναι από κείνες τις στιγμές που νιώθεις πως μάταια ειν’ όλα.. Κι ας νιώθεις πως όλα θα μπορούσαν αλλιώς να ταν. Κι ας ξέρεις πως ο κόσμος αυτός απ’ άλλων τα όνειρα έχει ξεπηδήσει, που είναι ο εφιάλτης ο δικός σου.. Και νιώθεις τόσο μόνος… Τόσο παγωμένος ως τα βάθη της ψυχής σου…
Κι εκεί μες τη σκοτεινιά που σε κυκλώνει από παντού, μες την απελπισία, μες τη σιωπή, μπορεί να νιώσεις κάτι.. Μια παρουσία, έναν ήχο, μια μουσική.. Μπορεί να ακούσεις κάτι μικρό και ταπεινό, κάτι ξεχασμένο, μα λεύτερο.. Σαν το τραγούδι ενός αηδονιού.. Έναν αδύναμο ύμνο στο φως μες τα βαθύ της νυχτιάς, μα και τόσο δυνατό, που κάνει τα δίχτυα να σκίζονται.. Που σωριάζει ονειροπαγίδες, που ξορκίζει τους εφιάλτες..
Και σου ξαναδίνει το όνειρο, την ομορφιά, την ελπίδα, τη ζεστασιά.. Και βλέπεις.. Βλέπεις για μια στιγμή τον κόσμο σου.. Με το γαλάζιο τον ουρανό. Με τον αέρα που ευωδιάζει. Με τα σπίτια που είναι κομμάτι της φύσης κι όχι κλουβιά. Με τα πάντα να γίνονται στο όνομα της ομορφιάς και της αρμονίας, με σεβασμό σ όλα τα πλάσματα..
Με ανθρώπους με ολόφωτα βλέμματα, με χαμόγελο στα χείλη, στην καρδιά. Μ ανθρώπους λέφτερους που θα δουλεύουν για το κοινό καλό, κι όχι για πράσινα και πορτοκαλιά χαρτάκια. Μ ανθρώπους που δε θα ‘χουν ανάγκη αφεντικών για να ζήσουν. Που θα ζουν, κι όχι απλά θα υπάρχουν. Που θα πολεμούν ναι, μα την αγραμματοσύνη, τη βλακεία, την αδιαφορία, την απανθρωπιά..
Ναι ουτοπικό σου πάνε πως είναι, πως δεν υπάρχει.. Μα πώς μπορεί να ναι αδύνατο, κάτι που είναι μες τη φύση μας την πραγματική, ενώ έγινε υπαρκτή η φυλακή που μας βάλανε και ζούμε, η αφύσικη..; Τι θέλει άραγε πιότερη δύναμη για να γίνει «πραγματικό»..; Ο εφιάλτης, ή τ’ όνειρο..; Αφού έγινε πραγματικός ο εφιάλτης τους, μπορεί και τ’ όνειρό πραγματικό να γίνει..
Περνάει η ώρα, το τραγούδι σταματά.. Η εικόνα τρεμοπαίζει μπρος τα μάτια σου.. Βρίσκεσαι πάλι στο «εδώ».. Είναι ώρα να φύγεις… Να πας στο κλουβί σου, να «ξαποστάσεις». Αύριο έχεις πάλι να ξυπνήσεις πρωί.. Κι αύριο στα δίχτυα τους θα ‘σαι.. Πάλι δεν κατάφερες να πας εκεί που θες.. Πάλι αύριο μια μέρα καρμπόν με γκρίζο μελάνι..
Και το ταξίδι συνεχίζεις.. Αναζητώντας την Ιθάκη σου να βρεις.. Με πλοηγό της καρδιάς τα θέλω.. Εκείνα που ξέρεις πως είναι αληθινά μια κι από μέσα σου πηγάζουν..
Μα καθώς σηκώνεσαι βλέπεις.. Υψώνοντας το κεφάλι, κοιτάς πέρα μακριά ένα φως ένα παράθυρο σα φάρο να φωτίζει. Μια φιγούρα, ν’ αγναντεύει ουρανό. Σα να πετά θαρρείς με φτερά απ’ όνειρα φτιαγμένα.. Και ένα χαμόγελο στα χείλη ανατέλλει, μια και το τραγούδι ακόμα μέσα σου ακούς..
Μια και καταλαβαίνεις πως υπάρχουνε κι άλλοι εξόριστοι εκεί έξω.. Πως μόνος σου δεν είσαι.. Και πού ξέρεις, μπορεί και να βρεθείτε.. Μπορεί ακόμα και ν ανακαλύψετε πως είστε πιο πολλοί απ’ ότι σας αφήνουν να πιστέψετε..
Αλλά κι έτσι να μην είναι δε χρειάζονται πολλοί για να αλλάξουν μια πραγματικότητα.. Σάμπως λίγοι δεν είναι αυτοί που τις ζωές μας διαφεντεύουν..;
Κάτι άλλο είναι που χρειάζεται, το φως εδώ να φέρει..
Μια και σαν μέσα τους θα δουν, τότε θα καταλάβουν…
Πως αρκεί την Πίστη τους στα όνειρα ακλόνητη να έχουν…






Μέσα στην τσιμεντούπολη
προσμένει ακόμα ο Κήπος
δύο Καρδιές να ενωθούν
κι ένας να γίνει ο Χτύπος...
Βασιλικός και Γιασεμί,
μια Λεμονιά παρ' έκει,
ψίθυροι μέσα στη βουή
κι η Μοναξιά που στέκει...
Μαραζωμένα μοιάζουνε,
αργοπεθαίνουν τώρα,
γιατί αργεί να ξαναρθεί
τσ' αντάμωσης η Ώρα...
Δύσκολοι είναι οι καιροί
κι ο Θάνατος προσμένει,
μα σαν μιλήσει ο Έρωτας
ως κι ο Θεός σωπαίνει...
Αντέχει Φως μου η Ψυχή
της Μοίρας τη μανία
κι ας ζει καιρό, πολύ καιρό,
μέσα στην Αγωνία...
Είναι που Όνειρα βαστά
σφιχτα από το χέρι
προσμένοντάς τη τη Στιγμή
κοντά που θα σε Σε φέρει...
Κι ας τσάκισαν οι Πήγασοι
φτερά σε τοίχους πάνω,
έχω Ελπίδα ζωντανή
πληγές Σου για να γιάνω...
Μη Μου αργείς άλλο λοιπόν,
τα μάτια κλείσε τώρα,
ξανά για ν' ανταμώσουμε
στου Ονείρου μας τη χώρα...
Εκεί που όλοι θα γελούν
κι Ευτυχισμένοι θα 'ναι
κι οι Πήγασοι πολύ ψηλά
για πάντα θα πετάνε...






Ένα "μπράβο!" στο Μάνο για το παραπάνω video...
Να είσαι καλά Μάνο και πάντα δημιουργικός!!


![]() |
Copyright © 2008 Heraklion Blogs Πληροφορίες για το site Καταχωρήστε το δικό σας blog |
Last Update: 03.09.2010 06:10:26 |
